συνεκφωνώ

συνεκφωνώ
(ε) μετ. произносить вместе

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "συνεκφωνώ" в других словарях:

  • συνεκφωνώ — συνεκφωνῶ, έω, ΝΜΑ [ἐκφωνῶ] προφέρω μαζί, εκφωνώ ταυτοχρόνως αρχ. αναφωνώ συγχρόνως («ἅμα δὲ αὐτοῡ λήγοντος συνεξεφώνησεν ὁ οἰκέτης», Αχιλλ.Τάτ.) …   Dictionary of Greek

  • συνεκφωνώ — συνεκφώνησα, συνεκφωνήθηκα, εκφωνώ, προφέρω κάτι μαζί με άλλο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συμπροφέρω — ΝΜΑ [προφέρω] προφέρω συγχρόνως δύο ή περισσότερους φθόγγους, συνεκφωνώ μσν. αρχ. φέρνω κάτι προς τα εμπρός μαζί με κάτι άλλο αρχ. εμπεριέχω, περιλαμβάνω …   Dictionary of Greek

  • συνεκφώνηση — η / συνεκφώνησις, ήσεως, ΝΜΑ [συνεκφωνῶ] ταυτόχρονη εκφώνηση, συνεκφορά (α. «συνεκφώνηση φθόγγων» β. «ἂν γὰρ προαναφώνησίν τις εἴπῃ καὶ συνεκφώνησιν αἰτιάσηται», Κλήμ. Αλ.) αρχ. γραμμ. η συνίζηση …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»